Wednesday, June 29, 2005

Χυδαιότητες

θάλασσα που λαμπυρίζει μεσημέρι
ορίζοντας και στιγμή θαλερή που απλώνεται
σαν αναπνοή του κόσμου στο φως
στιγμή όπου αγγίζεται η τρυφερή επιφάνεια της λειασμένης πέτρας

θάλασσα, έρεβος και νύχτα
λίγο πριν λίγο μετά
τσουκνίδες στο σκοτεινό χωράφι και σερνάμενα στοιχεία ονείρων
άγνωστοι φόβοι στο γύρισμα του βράχου
ποτέ δεν ξέρεις τι θα' ρθει απ'τα βαθιά
τι κρύβεται κάτω απ'την πέτρα

φως
κι ο κόσμος δεν είναι παρά μια τραμπάλα
στην άκρη του νερού ή του σκότους
ένα ζύγιασμα
στις κοιλότητες ή στις κορφές

Γέρνεις το ποτήρι και το νερό χύθηκε
μα το κύμα σκάει λίγο πιο πέρα
απαράλλαχτα αιώνες τώρα

η άπλα του κόσμου, οι ελιές που ασημίζουν στην πλαγιά
τα κυπαρίσσια και μωβ το βουνό στο βάθος
μα η ωραιότητα του αδιάρρηκτου γαλάζιου
γυρνάει με κάτι αιχμηρό
και στο μπήγει στο διάφραγμα και χύνεται
σα σκοτάδι χολή και ποτίζει τα σπλάχνα
νοείται άραγε η Ιθάκη των οφθαλμών;

[ό,τι και να κάνεις στο τέλος πάλι
θα φορτωθείς ένα κουπί και θα φύγεις
το κύμα θα ρθεί ξανά και ξανά
το ποτήρι σου όμως άδειασε]


μη μου πείτε ότι δε βλέπετε τις χυδαιότητες!

7 comments:

mindstripper said...

Aίσχος :P
(πολύ ωραίο, μπράβο)

Αστραδενή said...

α! Τό'ξερα πως είσαι ποιητής!

Σέυχαριστούμε για την γενναιοδωρία σου να μας δώσεις να διαβάσουμε το ποίημα-Μην πάρεις κανένα κουπί και χαθείς!

eryx-t said...

Άσε... με το κουπί είμαι ακόμη στη φάση "γαλέρα" (ή "η Οδύσσεια της επιβίωσης" ή "πως να μη σταματήσετε να πληρώνετε").

Όσο για τη γενναιοδωρία, ανάποδα πάει: εγώ ευχαριστώ για τη δική σας.
(Αν σας περισσεύει μπορείτε να περιηγηθείτε και στο παρελθόν.)

minstripper, λυπάμαι που σας ενόχλησα! (ευχαριστώ)

andrea zax said...

...
Κι ο κόσμος δεν είναι παρά μια τραμπάλα,
πάνω-πανω, εκεί που τρίζει το σίδερο δυσοίωνα,
και γεύεσαι των ελιών την ερωτική αρμύρα,
και γεμίζουν τα φύλλα σου ασήμι, ασήμι που διοχετεύεται στις κόρες των ματιών σου για πάντα,
κάνοντας τη θάλασσα παγόβουνο και χιόνι την άμμο.

Κάτω-κάτω,
μέσα στη σκοτεινή θαλπωρή του χώματος,
κάτω απο το κρεβάτι με τα βότσαλα, αρκετά για να γεμίσουν τα κενά του σώματός σου,
τις αορτές, τις φλέβες,
αρκετά για πάντα να μείνουν πάνω στα μάτια σου,
όπως μένει το χρώμα κόκκινο πάνω σε ένα βιτρό
και παντρεύεται το γυαλί και δε φεύγει.

Πάνω και κάτω και κάτω και πάνω, τραμπάλα ο κόσμος,
με την καχυποψία να τρίζει,
και την ελπίδα να κλωτσάει το μέτωπο
να φτάσει στα σύννεφα...

Anonymous said...

Ελυτίζει επικίνδυνα. Αν τα σκότη γίνουν συκωτάκια, έχει ελπίδες να αλητέψει, χωρίς κανένα βιβλίο υπό μάλης,για ρεμβασμούς επί χάρτου.

eryx-t said...

Και το μυαλό δεν είναι παρά μια τραμπάλα
τρίζει δυσοίωνα η καχυποψία
περιγράφοντας με βιαστικές πινελιές το τοπίο
αλμυρές ελίτσες, ασημένια ψιμύθια
μνήμη από βότσαλα υγρά χρωματιστά
κι ένα κόκκινο ήρθε από αλλού
έφυγε κι άφησε πίσω την εικόνα του

Κλωτσάει το μωρό στον αέρα τη θέλησή του
Απ' το μετωπο ανεμίζουν κορδέλες
πρωινός αέρας βάζει τον κόσμο σε κίνηση
ακούγεται στα χόρτα, στα σύρματα
είναι γκρι, γαλάζιος, μωβ
ροδίζει και βιάζεται
το φως επέρχεται
κι εγώ ξεχάστηκα να κοιτώ προς το νοτιά

eryx-t said...

Ανώνυμε, σιγά μην ελυτίζει! (ούτε με την καλη ούτε με την κακή έννοια)
Για τα συκωτάκια ισχύει ότι είπαμε απ το τηλέφωνο.
Ρεμβασμοί επί χάρτου; Ειδικότης μου!