Friday, March 25, 2005

λαγούμι

Aν ο θεός έχει άκρη,
είναι εκεί που γέρνοντας λυγάει
και στάζει διάφανη σταγόνα
και πονάει σα να σπάζει έναν ιστό
και να διαρρηγνύεται η υπεροψία
του Χ χρόνου.

Το συνεχές του χώρου σχεδόν αδιάφορο.
Tόσο μακρινό
αφού παρεμβάλλεται μια βροχή από γυάλινες ακίδες,
θραύσματα μικρά κρυσταλλικά σχημάτων και συνάψεων.
Κι ακόμη ένας καπνός διακρίνεται.
Είναι γνωστός.

Σαν δέντρο λυγάω
και σφυρίζω με τα κλαδιά μου στις πνοές.
Δεν αφήνομαι.
Μόνο αν σπάσω.

11 comments:

andrea zax said...

Και ξαφνικά, ενώ περιπλανιέσαι σε συμβατικά μονοπάτια αγνώστων γνωστών
Κάπως σαν τα μόρια σου να σταματούν απότομα απο το ψυχρό απάντημα μιας πέτρας
Μιας πέτρας που ήταν πάντα εκεί
Αιωνόβιας κι ας αλλάζει κάθε στιγμη
Συνειδητοποιείς πόσο όμορφο είναι
Πόσο απίστευτα γεμάτο φως και περιστέρια
Ν' ακούς κάποιον, να διαβάζεις κάποιον
Έναν άγνωστο γνωστό που μιλάει την ίδια άγνωστη γνωστή γλώσσα
Με σένα...

eryx-t said...

"Πόσο απίστευτα γεμάτο φως και περιστέρια"
...!

...στις άκρες των μονοπατιών
φυτρώνουν χορτάρια
ή λεκέδες στο μπετόν
Κι αν είναι όλα γυαλισμένα
φαντάσου ότι μπορείς ν'ακουμπήσεις
το μάγουλό σου στο κρύο μάρμαρο
Σ' αυτή την ακοίκεια στιγμή
υπάρχει μια μνήμη θαλπωρής

andrea zax said...

Κι αν είναι όλα γυαλισμένα, φαντάσου οτι μπορείς ν΄ακουμπήσεις την ψυχή σου στο μάρμαρο.
και να γλιστρύσει η ψυχή σου.
Πέφτοντας στο χρόνο, στα καλοκαίρια, στην αέναη επανάληψη της συνειδητοποίησης
Μια συνειδητοποίηση με άρωμα βερυκοκιάς, γλυκό και μύχιο
και με τον αέρα της αρμύρας που υπομένουν τα βράχια.
Μόνα τους, κάθε φθινόπωρο...

eryx-t said...

με την ψυχή ακουμπισμένη στο μάρμαρο
ανήκεις στον ουρανό
και γλιστράς στον αέρα
σε κυανό background
σε διάσταση t
Τα καλοκαίρια
-ή μάλλον η ρυθμική τους
και η μεσημεριάτικη μαγεία τους
που λες φτερούγισε-
είναι μια συνωμοσία
όπως και η συνειδητοποίηση
που τρώει την ουρά της το φθινόπωρο
και το χειμώνα ονειρεύεται να γίνει ιστορία
Tα βράχια το χειμώνα δοξάζονται
με τη θάλασσα
Κι αυτό το άρωμα βερικοκιάς, γλυκό και μύχιο,
δεν μπορεί παρά να είναι η ιστορία που γράφεις.

andrea zax said...

Κι όμως, όλες οι ιστορίες πεθαίνουν το χειμώνα.
Κρύβονται στο ασήμαντο του χρόνου.
Πιο μέσα, πιο βαθειά, κάτω απο το πιο κοραλλένιο "φοβάμαι" που ανασαίνεις...
Στην άμμο και στ' αστέρια ισχύουν οι ίδιο νόμοι των καιρών.
Ότι γράφεται στα φύλλα, τρέμει το χιόνι.
Τρέμουν τα μάτια να καθρεφτίζουν περασμένους καιρούς, να ξεχωρίζουν σαν στάρια το αύριο και το χτες, να τρίζει η μνήμη σαν τροχός ποδηλάτου,που ίσως να μην καταφέρει να ανέβει το βουνό,.
Ένα βουνό τόσο γεμάτο θυμάρι, κι όμως τόσο μικρό.
Μικρό μπροστά στην ομορφιά. Μπροστά στη θάλασσα.
Σ' όλες αυτές τις παύσεις που ποτέ δεν θα μπορέσεις να περιγράψεις...

eryx-t said...

Οι παύσεις γεννιούνται και πεθαίνουν επάνω στη σκηνή
όπως τα μωβ του θυμαριού στο φως
Σκηνή είναι και η πιο μικρή πτυχή στο σεντόνι
Εκεί που γέρνεις, αντικρύζεις ένα "φοβάμαι"
και το χαϊδεύεις σα να 'τανε ζωάκι
Η άμμος και τα αστέρια είναι μέσα στα μάτια σου
και η αγωνία του αύριο και του χθες
που χωριστήκανε απ' το στέλεχος
Το ποδήλατο -βάσει των νόμων του σύμπαντος κι αυτό-
αναπτύσσει την τροχιά του λαμπερό
Πότε-πότε και επί των υδάτων
Ναι. Έτσι.
Α, αυτό το μικρό βουνό, αυτό το νησί
τα βράχια όπου φύτρωσα και η αρμύρα που την ξέρω από πάντα!
...μια εικόνα που σκίζεται εύκολα σαν αφίσα
βρεμένη
γιατί οι ιστορίες το χειμώνα γίνονται βροχή
νερό στα ρέιθρα και λάσπη και πηλός
(και ξανά και πάλι -πρόλαβες;)
Βλέπω μια θάλασσα και μ' αρέσει
είναι χαρά χορού το νερό
(και δεν περιγράφεται -ευτυχώς)

andrea zax said...

Χαρά χορού η κάθε λέξη που γεννάει πυροτεχνήματα – μικρές γαλαζοπράσινες, πορφυρόξανθες μπουκιές αίσθησης μέσα στο τελματώδες Μαύρο.
Χαρά χορού τα βότσαλα που γυαλίζουν καθρεφτίζοντας κάποιον ασβέστη, κάποιο νησάκι πίσω και πάνω και μέσα απο το χρόνο.
Αν πάρεις ένα γλυφό χόρτο της θάλασσας, πάντα θα θυμάται τις καβουροσπηλιές.
Αν ξεριζώσεις ένα ηφαίστειο πάντα θα μυρίζει σεληνιακά τοπία σκόνης...
Έτσι, η αρμύρα είναι απο πάντα και για πάντα.
Σε κάθε σκαμπανέβασμα της βάρκας στα νερά, σε κάθε ίσκιο που σου ρίχνει η νεραιδοσπηλιά.
Οι κορμοί των δέντρων δεν ξέρουν την άρνηση.
Απλά γεννούν ρετσίνι στις κουφάλες τους. Και περιμένουν...

eryx-t said...

πω-πω! πορφυρόξανθες γαλαζοπράσινες μπουκίτσες! (ή τουφίτσες;) - βούτηξα σε μια κατηφόρα λούνα πάρκ να τις πιάσω - ήτανε καταρράκτης φωτεινός κρυστάλλινος με γέλια - και μ'έριξε σε μια τραμπάλα - γέρνει αργά η λέξη χαμογελώντας "εδώ σε έχω χρόνε!"
Βρυχήθηκε "τελματώδες" Μαύρο;
Να, πάλι η κυρία με το πιάνο στις Άλπεις!
Μαύρο είναι εκεί που ανασαίνεις λίγο πριν ανάψουν τα φώτα
Μαύρο είναι το βαθύ το μπλε που ταξιδέυουν οι φάλαινες
Μαύρο είναι εκεί που θέλεις ν'απλώσεις ν'αγγίξεις το γνώριμο σώμα
Μαύρο είναι αυτό το τίποτα όπου αλιεύει κανείς άστέρια (όπως άλλος τρώει πασατέμπο)
Μαύρο είναι είναι μέσα στη σακούλα του ζογκλέρ
απ'όπου βγαίνουν περιστέρια στο φως!
Οι θαλασσινες σπηλιές ποτέ δεν ξέρεις: είναι στο παρελθόν ή στο μέλλον;
Μην το γελάς. Τις ψάχνω, ακολουθώντας στο νερό το παιχνίδι του "φοβάμαι"
Η αρμύρα, ναι, ήτανε πριν και θα'ναι πάντα.
Οι κορμοί μαθαίνουν να τραγουδάνε με τον άνεμο
και το ρετσίνι είναι εκεί που θες ν'αγγίξεις μα πονάει
μα γι' αυτό είναι το ρετσίνι για να το αγγίζουμε
είναι πορφυρόξανθο και κρυστάλλινο και δεν του ξεφεύγεις

nikitas said...

na ligizeis opote fisa
allios tha spaseis

grafeis poli omorfa kai exoume anagki tin kardia sou
tha se diabazo

na sai kala

eryx-t said...

Ευχαριστώ πολύ Νικήτα.
Άλλοτε λυγίζουμε κι άλλοτε σπάμε. Πολλές φορές αφηνόμαστε κιόλας.

Anonymous said...

Το συνεχές του χρόνου αδιάφορο.
Τόσο μακρινό
Αφού παρεμβάλλεται μια βροχή από γυάλινες ακίδες
θραύσματα μικρά κρυσταλλικά προβολών και ανατάσεων.
Και τόσο κοντινό
Αφού οι λέξεις, τσιμπάνε ακόμα...